Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2010 Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΧΩΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Η Ελληνική πλειονότητα διεκδικεί το Όνομα την Ιστορία και την Συνέχεια της

Για πρώτη φορά από την έκδοση του, τον Σεπτέμβριο του 2000, το περιοδικό ΙΧΩΡ πραγματοποιεί μια μεγάλη συγκέντρωση στην Αθήνα, γιορτάζοντας την συμπλήρωση 100 τευχών συνεχούς κυκλοφορίας. Μέχρι τώρα και οι δύο μεγάλες συγκεντρώσεις που πραγματοποίησε είχαν σαν έδρα την Θεσσαλονίκη (26 Ιανουαρίου 2002 και 18 Δεκεμβρίου 2004).

Και στις δύο συγκεντρώσεις η αίθουσα ήταν κατάμεστη και με όρθιους. Και δεν μιλάμε για μια μικρή αίθουσα βέβαια, αλλά για την αίθουσα της Εταιρίας Μακεδονικών σπουδών απέναντι από τον Λευκό Πύργο. Οι Έλληνες του Βορρά έδειξαν με τον πιο έμπρακτο τρόπο και τις δύο φορές, την μεγάλη τους αγάπη για το περιοδικό όλων μας, για την δυνατή φωνή της μαχόμενης και απροσκύνητης Ελληνικότητας. Και απεδείχθη έτσι, μέσα από την μεγάλη επιτυχία αυτών των συγκεντρώσεων και την ηθελημένη επιλογή της Μακεδονίας, ότι το μήνυμα της αντίστασης σε εξωτερικούς και εσωτερικούς υπονομευτές της ιστορίας μας και των αξιών του πολιτισμού μας πέρασε, ότι ο αγώνας θα δίνεται παντού και με όλες μας τις δυνάμεις, με αμείωτη ένταση και αποφασιστικότητα.

Από τότε πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια. Πέντε χρόνια με αμείωτη την δική μας αποφασιστικότητα και σθένος, αλλά και με ολοένα αυξανόμενη την δική τους μανία για να σταματήσουν το έργο μας, για να φιμώσουν την φωνή μας, για να κλείσουν το περιοδικό που ακόμα αντιστέκεται και δεν υποκύπτει. Γιατί η υπόθεση ΙΧΩΡ δεν είναι μια απλή υπόθεση. Είναι η καθημερινή και σε μηνιαία βάση δημόσια φωνή μας. Είναι οι αγώνες, οι θυσίες και το έργο χιλιάδων Ελλήνων και Ελληνίδων, είναι η αίσθηση της παρουσίας μας, των απαιτήσεων και των διεκδικήσεων μας. Είναι, εν τέλει, η φωνή αυτών που δεν προσκύνησαν, δεν λιγοψύχησαν, δεν έκαναν πίσω και μάχονται για την αποκατάσταση και την τιμή των προγονικών ελληνικών αξιών μας και του ονόματος των αληθινών προπατόρων μας.

Προσπάθησαν λοιπόν με κάθε τρόπο να πετύχουν να μας κλείσουν. Έβαλαν όλες τους τις δυνάμεις. Και τι δεν έκαναν. Διέδωσαν αρχικά ότι το ΙΧΩΡ έκλεισε, στην συνέχεια χρησιμοποίησαν αστείρευτη λασπολογία και ύβρεις κατά προσώπων που ενέχονται στην έκδοση του περιοδικού όλων μας, χρησιμοποίησαν ανθρώπους για να γίνουν φερέφωνα της λασπολογίας και της προώθησης των σχεδίων τους, είτε κατευθυνόμενους είτε αφελείς. Με κάθε τρόπο ήθελαν να πετύχουν τον σκοπό τους. Βασίστηκαν στις πετυχημένες συνταγές του παρελθόντος, ρίξε λάσπη όλο και κάτι θα μείνει, καθώς και στην πολύ καλή τους διείσδυση σε πρόσωπα και φορείς εξουσίας. Και στράφηκαν σε αυτές τις μεθόδους όταν διαπίστωσαν ότι όλες οι άλλες προσπάθειες προσέγγισης που επιχείρησαν με άλλους τρόπους προκειμένου να γίνουμε πιο ήπιοι, πιο συγκαταβατικοί, λιγότερο αιχμηροί και περισσότερο υποταγμένοι, όχι μόνο έπεσαν στο απόλυτο κενό αλλά τουναντίον μας πείσμωσαν ακόμα περισσότερο για να συνεχίσουμε.

Η πρόταση τους ήταν σαφής: « Ή συνθηκολογείτε ή σας εξαφανίζουμε». Και πιο γλυκά: «Γιατί ασχολείστε με μια τελειωμένη υπόθεση; Eδώ σας προδίδουν και σας βρίζουν οι δικοί σας άνθρωποι. Γιατί επιμένετε σε μια ουτοπία»; Παράλληλα, με ψυχολογικό, οικονομικό και προσωπικό πόλεμο προσπάθησαν να κάμψουν τις αντιστάσεις μας και να λυγίσουν την αποφασιστικότητά μας. Και εμείς τότε τι κάναμε; Απλά σηκώσαμε ψηλά τις ασπίδες μας. Και βροχή έπεφταν τα βέλη από παντού, απ' τον εχθρό, από εξαπατημένους φίλους, από προδότες της ιδέας μας, από, από... Και σφίγγαμε τα δόντια καθώς ακούγαμε τον γδούπο απ' τις αιχμές των βελών που κτύπαγαν με δύναμη στις ασπίδες μας, καρτερικά περιμένοντας την στιγμή, την ώρα της μεγάλης αντεπίθεσης. Το ένα χέρι κράταγε σφιχτά την ασπίδα και το άλλο αγκάλιαζε ιδρωμένο από την ένταση την λαβή του σπαθιού μας. Απ' τις θέσεις μας όμως ποτέ δεν υποχωρήσαμε. Ποτέ δεν κάναμε βήμα πίσω. Και μείναμε εκεί υπομένοντας την σκληρή επίθεση, όχι για μας, αλλά για τους προγόνους μας που σε αντίστοιχες περιπτώσεις το ίδιο έπραξαν χωρίς να δειλιάσουν, χωρίς να συνθηκολογήσουν, χωρίς να παραδώσουν τα όπλα τα ιερά. Μείναμε εκεί και για τους εξαπατημένους συντρόφους μας που πίστεψαν τα κούφια και ψεύτικα λόγια των αντιπάλων, αντί να πιστέψουν στις καρδιές τους. Μείναμε εκεί και για τα παιδιά μας, γι' αυτούς που θα τους παραδώσουμε την σκυτάλη του τίμιου και αληθινού αγώνα για την αποκατάσταση του ονόματος των κατασυκοφαντημένων προγόνων μας και των ιδεωδών τους. Αλλά το πιο σημαντικό είναι πως δεν μείναμε εκεί για να πεθάνουμε και για να δώσουμε αξία στον αντίπαλο, μείναμε για να δώσουμε μια ευκαιρία σε αυτούς που δεν κατάλαβαν ότι, μόνο με σύγκρουση, με μάχες και αγώνες θα κερδίσουμε αυτά που μας στέρησαν. Την Αξιοπρέπεια και την Τιμή μας. Την Λεβεντιά και την Ελευθερία μας. Μείναμε για την πολυπόθητη ενότητα των απροσκύνητων Ελλήνων, για να βάλουμε ένα τέλος στις ανόητες μεταξύ μας φιλονικίες και μικροεγωισμούς.

Εμείς κάποιοι "τρελοί" και ονειροπόλοι και μαζί χιλιάδες ακόμα συμπάσχοντες από την ιερά νόσο των Ελλήνων και της Ελευθερίας αποφασίσαμε, ότι το βάρος της ευθύνης του προγονικού κλέους είναι πολύ πιο ελαφρύ στις πλάτες μας, όταν μειδιώντας δεχόμαστε τα βέλη στις ασπίδες μας, αναλογιζόμενοι την ώρα, την στιγμή της μεγάλης αντεπίθεσης. Και πιο ξεκάθαρο δεν γίνεται. Χέρια και σπαθιά να γίνουν ένα. Η πέννα μας, τα λόγια μας οι καρδιές και οι ψυχές μας ας συντονιστούν. Οι ανάσες μας ολοένα και πιο έντονες, τα βέλη τους όλο και αραιώνουν. Οι χτύποι απ' τις καρδιές μας, τα τύμπανα της μάχης, ο ήλιος φαίνεται και πάλι. Τα τέκνα του φωτός απέναντι σε εκείνα του σκότους. Πέντε ολόκληρα χρόνια στην σκιά των βελών. ΑΝΤΕΞΑΜΕ.

Βλέπουν τις ασπίδες αργά να κατεβαίνουν, ξέρουν τι έρχεται. Πέντε ολόκληρα χρόνια στην σκιά των βελών. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ. Τα βήματα όλων μας σταθερά και αποφασιστικά, η νομοτελειακή πορεία της σύγκρουσης με το σάπιο και το ψέμα κορυφώνεται.

Ήρθε η ώρα να κλείσουμε στόματα. Ήρθε η ώρα να τους τσακίσουμε το ηθικό. Ήρθε η ώρα να γεμίσουμε ασφυκτικά την αίθουσα που θα συγκεντρωθούμε για να τους στείλουμε ηχηρό το μήνυμα:

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΔΩ

Δεν τα παρατήσαμε, δεν συνθηκολογήσαμε, δεν προδώσαμε και ο καθένας απ' το μετερίζι του ανεξάρτητα αλλά και όλοι μαζί και ενωμένοι όταν χρειαστεί είμαστε εδώ, μπροστά στις ιστορικές και προγονικές μας ευθύνες. Εμείς είμαστε η περήφανη πλειοψηφία του Ελληνικού έθνους στην ιστορική του διαχρονία και εσείς η προσκυνημένη μειοψηφία σε αλλότρια του Ελληνικού έθνους συμφέροντα. Προσπάθησαν να μας διασπάσουν και να ρίξουν το ηθικό μας, να μας συκοφαντήσουν και να ρίξουν λάσπη. Στις 16 Ιανουαρίου ας τους δώσουμε την δική μας απάντηση, ας τσακίσουμε το δικό τους ηθικό ανεπανόρθωτα. Και αυτή να είναι η αρχή της μεγάλης αντεπίθεσης μας, ΠΑΝΤΟΥ. Νέο ηθικό, νέα πνοή, νέα πορεία. Μονιασμένοι και αγαπημένοι. Και το ΙΧΩΡ κάνει την αρχή. Λάθη έγιναν απ' όλους, είμαστε όμως όλοι αδέλφια και συμπολεμιστές στον μεγάλο αγώνα. Τα λάθη ανήκουν στο παρελθόν, η Ανάγκη να νικήσουμε μας δείχνει το μέλλον. Τα περισσότερα, από κοντά...

16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2010, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ PRESIDENT, ΩΡΑ 19:00.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΙΠΟΤΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!

Υ.Γ Διαδώστε το Παντού

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Εβραϊκή προπαγάνδα στην Αρχαία Επίδαυρο

Έγινε ή μάλλον θέλουν να γίνει και αυτό. Στην ιερότερη θεατρική σκηνή του κόσμου, στην Αρχαία Επίδαυρο, κάποιοι στις 24 και 25 Ιουλίου 2009 φιλοδοξούν να μας «επιμορφώσουν» με το έργο του Ισραηλινού σκηνοθέτη Αμώς Γκιτάι που έχει τον τίτλο «Ο πόλεμος των υιών του φωτός κατά των υιών του σκότους». Το έργο βασίζεται στην ιστορία του Ιουδαϊκού πολέμου του Εβραίου Φλάβιου Ιώσηπου (1ος μ.Χ), μέλους της θρησκευτικής παράταξης των Φαρισαίων, καθώς και εκφραστή διαφόρων σχολών του Ιουδαϊσμού, στις οποίες και εφοίτησε. Όπως δε αναγράφεται επί λέξει στο πρόγραμμα του φεστιβάλ Αθηνών 2009 «...στρατιωτικό εγχειρίδιο και ταυτόχρονα προφητεία σύγκρουσης του καλού με το κακό...».

Αναρωτηθήκαμε μήπως κάνουμε κάποιο λάθος και δεν διαβάσαμε σωστά ότι το συγκεκριμένο έργο θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο. Ψάξαμε μήπως ο χώρος παρουσίασης ήταν κοντά στην εβραϊκή συναγωγή των Αθηνών, όπου και θα ήταν πολύ δικαιολογημένη η παρουσίαση του εν λόγω έργου, αλλά τελικά διαβάσαμε καλά: ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ!!! Δηλαδή αν δεν το καταλάβατε καλά στην Επίδαυρο στις 24 και 25 Ιουλίου θα παρακολουθήσουμε μάθημα Εβραϊκής ιστορίας και θρησκείας, για να εμπεδώσουμε τα γεγονότα της κατάκτησης της Ιερουσαλήμ το 70μ.Χ από τους κακούς Ρωμαίους, τους φορείς του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, που τελικά στην μεγάλη του βάση είναι Ελληνικός. Και να δούμε, μέσα από τον πάπυρο της Νεκράς θάλασσας, πως αυτό το Εβραϊκό στρατιωτικό εγχειρίδιο προφητεύει την σύγκρουση του καλού με το κακό, όπου βέβαια τελικά οι καλοί και υιοί του φωτός Ισραηλίτες θριαμβεύουν απέναντι στον κακό Ελληνορωμαϊκό κόσμο. Τόσο ωραία, τόσο απλά, τόσο καλά...

Θέατρο κατά τα άλλα, τέχνη!

Βρε δεν ντρεπόμαστε λιγάκι; Δεν υπάρχει φιλότιμο σ' αυτήν την χώρα; Τόσο πολύ αποχαυνώθηκαν οι Έλληνες ή μήπως κάποια μειωμένης Ελληνικής συνείδησης πιόνια, απλά παίζουν πολύ καλά το παιχνίδι τους; Πριν πολύ λίγο καιρό κυλούσε την Παλαιστίνη το αίμα των παιδιών ποτάμι στους δρόμους, από τα παιδιά του «φωτός» και έρχονται με νωπές ακόμα τις μνήμες να προκαλέσουν στην Επίδαυρο και να μας δώσουν το τάχα ιστορικό υπόβαθρο της εκλεκτικότητας τους, ως προστατευόμενος λαός του Γιαχβέ και επομένως «υιοί του φωτός»;

Θα πάνε Έλληνες να παρακολουθήσουν ένα τέτοιο μισαλλόδοξο κήρυγμα αισχρού ρατσισμού και βίας που αναζητά μάλιστα και ιστορικό υπόβαθρο και δικαίωση; Γιατί αυτό που αποκαλούν ιερό βιβλίο τους, είναι αυτό ακριβώς που θεμελιώνει τον φυλετισμό-ρατσισμό και ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε εκλεκτούς και υπάνθρωπους. Επιτέλους μπορούμε να δούμε πέρα από την μύτη μας;

Ο κύριος Γκιτάι έρχεται να κάνει θέατρο ή προπαγάνδα; Γιατί και ο Χίτλερ οργάνωνε θεατρικές παραστάσεις και τις ονόμαζε τέχνη. Κι αυτός μιλούσε για περιούσιο λαό, μόνο πoυ αυτός ήταν ο Γερμανικός λαός και οι Άριοι. Και τι διαφορά έχει εντέλει ο εκλεκτός λαός του Γιαχβέ από τον εκλεκτό λαό του Χίτλερ; Και όμως έχουν. Ο πρώτος, ο Εβραϊκός, στο όνομα του Γιαχβέ (εξ ου και θεόπνευστος), καταστρέφει και διαχωρίζει την ανθρωπότητα σε γκόιμ (εβραϊκά ζώα-υπάνθρωποι), ενώ ο δεύτερος πράττει ό,τι πράττει στο όνομα ενός κοινού θνητού (Χίτλερ). Ο δεύτερος άντεξε κυριαρχικά περίπου δύο δεκαετίες, ενώ ο πρώτος, ο Εβραϊκός, όχι μόνο αντέχει για περισσότερες από τρεις χιλιετίες, αλλά εξακολουθεί να ποτίζει με το ρατσιστικό του δηλητήριο μέχρι και σήμερα τα έθνη της υφηλίου και να εξουσιάζει μέσω των σιωνιστικών εξουσιαστικών μηχανισμών του τις τύχες του πλανήτη. Αυτά με λίγα λόγια θέλει να μας παρουσιάσει σε μορφή τέχνης ο κύριος Γκιτάι στην ιερή Επίδαυρο. Τον θρίαμβο δηλαδή της Σιών απέναντι στους υπολοίπους λαούς του κόσμου.

Πώς τα δικά τους κατάμαυρα σκοτάδια θέλουν να σκεπάσουν τον λαμπρό και ζωοδότη ήλιο του Ελληνικού πολιτισμού και σκέψης;

Και για να γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι. Ο Φλάβιος Ιώσηπος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, στου οποίου το έργο βασίζεται η παράσταση που θέλει να δώσει στην Επίδαυρο ο Αμώς Γκιτάι, γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ το 37μ.Χ από ιερατική Εβραϊκή και βασιλική γενιά, όπως ο ίδιος καταγράφει στα έργα του, «αλλ εξ ιερέων άνωθεν καταβεβηκός» και «υπάρχω δε και του βασιλικού γένους από μητρός». Ήταν δηλαδή από τα γεννοφάσκια του ο απόλυτος φορέας της εβραϊκής κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας και προπαγάνδας. Σε ηλικία 19 χρονών εισχωρεί στους Φαρισαίους και στην συνέχεια περνά από τις σχολές των Σαδδουκαίων και Εσσαίων. Στα 26 του τον στέλνει το Ιουδαϊκό συνέδριο της Ιερουσαλήμ στην Ρώμη για να διευθετήσει υποθέσεις του και στην συνέχεια σε πολλές άλλες αποστολές. Στα βιβλία του ο διακαής του πόθος είναι να υπερασπιστεί την παναρχαιότητα των Ιουδαίων και να τονίζει την υπεροχή τους έναντι όλων των άλλων λαών, καθώς και το μεγαλείο του Γιαχβέ και της Εβραϊκής θρησκείας έναντι και πάλι όλων των άλλων θρησκειών. Με λίγα λόγια προσπαθεί με μανία να κάνει το άσπρο μαύρο. Κατ' αυτόν οι Εβραίοι είναι οι φωτοδότες του πολιτισμού, ενώ όλοι οι υπόλοιποι λαοί τους έκλεψαν την σοφία με πρώτους τους Έλληνες, που την παρουσίαζαν ως δήθεν δική τους. Ο ανθελληνισμός του έντονος και συνεχής. Δεν χάνει αφορμή για να κατηγορήσει οτιδήποτε είναι Ελληνικό. Μέχρι και τους Σκύθες παρουσιάζει καλύτερους από τους Έλληνες, «Οι Σκύθες όμως που ευχαριστούνται να σκοτώνουν ανθρώπους κι έχουν λίγη διαφορά από τα θηρία, τα έθιμα τους εννοούν με όλα ταύτα να προστατεύουν και τον Ανάχαρσι, που ήταν ξακουστός και μέσα στην Ελλάδα για την σοφία του, τον σκότωσαν άμα γύρισε στον τόπο τους, γιατί τους φάνηκε πως ήρθε καταμεμολυσμένος από τα Ελληνικά έθιμα. Και μέσα στους Πέρσες θα βρει πολλούς που τιμωρήθηκαν για τον ίδιο λόγο» (Ιώσηπος, Κατά Απίωνος Βιβλίο Β παρ. 269). Δηλαδή οι Έλληνες ήταν χειρότεροι από τους δολοφόνους ανθρώπων Σκύθες που λίγη διαφορά έχουν με τα ζώα. Οι Έλληνες δηλαδή ήταν χειρότεροι και απ' τα ζώα κατα τον Ιώσηπο!!

Και αλλού αναφέρει, «Ο Πλάτων μιμήθηκε τον δικό μας νομοθέτη (Μωυσή) και στο ότι συστήνει, πως καμία άλλη απασχόληση για τους πολίτες δεν είναι τόσο σπουδαία, όσο η υποχρεωτική και λεπτομερειακή απ όλους μελέτη των νόμων...» (Ιωσηπος, Κατά Απίωνος, Βιβλίο Β παρ. 257). Ευτυχώς που ο Πλάτωνας δηλαδή διάβαζε την Βίβλο και άνοιξε τα στραβά του και τους αντέγραψε!!!

Σε άλλο χωρίο μας αναφέρει, «Γιατί κι ο Πυθαγόρας κι ο Αναξαγόρας και ο Πλάτων και οι μεταγενέστεροι τους φιλόσοφοι της Στοάς, σχεδόν όλοι τα ίδια πρεσβεύουν για την φύση του θεού (Γιαχβέ). Αυτοί όμως καθώς ασκούσαν την φιλοσοφία σε κύκλο μικρό, δεν τόλμησαν να πουν φανερά στα πλήθη που ήταν γεμάτα προλήψεις, την αλήθεια της γνώμης τους. Ενώ ο δικός μας νομοθέτης (Μωυσής), φροντίζοντας ώστε οι πράξεις του να είναι πάντα σύμφωνες με τα λόγια του, όχι μονάχα τους συγχρόνους του έπεισε, παρά και στις μέλλουσες γενιές έκανε ώστε η πίστη στον θεό(Γιαχβέ) να ριζώσει ασάλευτη μέσα τους» (Ιώσηπος, Κατά Απίωνος, Βιβλίο Β παρ. 168-169).

Απίστευτα πράγματα!! Ο Πυθαγόρας δηλαδή ο Αναξαγόρας και ο Πλάτων, κατά βάθος πίστευαν στον Γιαχβέ, αλλά ντρεπόνταν να το πούνε...Κι αλλού «Εγώ λοιπόν επιμένω πως ο δικός μας νομοθέτης (Μωυσής) όλους τους όπου γης νομοθέτες τους ξεπερνάει στην αρχαιότητα. Γιατί οι Λυκούργοι και οι Σόλωνες κι ο Ζάλευκος ο νομοθέτης των Λοκρών κι όλοι όσοι θαυμάζονται ανάμεσα στους Έλληνες, μπροστά σ' εκείνον μοιάζουν σαν χτεσινοί και προχθεσινοί, αφού στην αρχαιότητα ούτε καν η λέξη νόμος ήταν γνωστή στους Έλληνες» (Ιωσηπος, Κατά Απίωνος, Βιβλίο Β παρ.154).

Βρε Λυκούργε, Σόλωνα και Ζάλευκε και όλοι οι υπόλοιποι, όλοι σας την Βίβλο διαβάζατε; Γιατί δεν αναφέρατε ότι τα κλέψατε όλοι σας από τον μέγα νομοθέτη Μωυσή; Και συ βρε Μίνωα που κάθε εννέα χρόνια ανέβαινες στο ιερό όρος της Κρήτης για να πάρεις τους νόμους από τον Δία, μήπως κι εσένα στο σφύριξε το μέγα μυστικό ο Μωυσάκος που παρεμπιπτόντως έκανε ταξίδια στον χρόνο, αφού γεννήθηκε, αν γεννήθηκε, κάπου 800 χρόνια μετά από εσένα; Τα πρώτα μεγάλα Μινωικά ανάκτορα στην Κρήτη τοποθετούνται γύρω στο 2000 π.Χ.

Αυτά που αναφέραμε ήταν μόνο ενδεικτικά αποσπάσματα από την απύθμενη βλακεία, αγραμματοσύνη, υπερβολή και μένος κατά των Ελλήνων που ο Ιώσηπος εκφράζει μέσα στα έργα του. Τα πράγματα όμως είναι ακόμα χειρότερα, ειδικά στις κρίσιμες στιγμές που σήμερα ειδικά η πατρίδα μας διέρχεται και τις κάθε είδους ανθελληνικές προκλήσεις που βιώνουμε σαν έθνος και πολιτισμός, με κορυφαίο βέβαια θέμα τις Σκοπιανές διεκδικήσεις.

Και θα αναρωτηθείτε βέβαια τι σχέση μπορεί να έχει ο Ιώσηπος με το Σκοπιανό.

Τόσο μεγάλη όσο δεν φαντάζεστε, γιατί ουσιαστικά αυτός είναι που πρώτος μέσα από τα κείμενα του κάνει λόγο για διαχωρισμό Ελλήνων και Μακεδόνων, αυτός που κουβαλάει νερό στον μύλο των Σκοπιανών αναφορικά με το όνομα και την ιστορία της Μακεδονίας, που σφετερίζονται οι απόγονοι των Σλάβων σήμερα. Πως το κάνει; Διαβάζουμε και πάλι από το βιβλίο Β Κατά Απίωνος, παρ 69 «Το βέβαιο είναι πως όσο κατέχανε την πολιτεία ετούτη, οι Έλληνες και οι Μακεδόνες...» Και παρακάτω «Αυτοί λοιπόν στάθηκαν οι πρώτοι αίτιοι του κακού, γιατί είχε λείψει πια από τον λαό η σταθερότητα εκείνη των Μακεδόνων και των Ελλήνων» (Βιβλίο Β παρ. 70) και στο ίδιο βιβλίο παρ. 138 «Γιατί δεν θα στεναχωριόταν βέβαια αν ήταν Έλληνας η Μακεδόνας».

Και πάνω σ' αυτό ακριβώς το έργο του μισέλληνα και επικίνδυνου για τα εθνικά μας δίκαια και συμφέροντα Ιώσηπου στήριξε το έργο που θέλει να παρουσιάσει στην Επίδαυρο ο κύριος Γκιτάι.

Τα ξέρατε όλα αυτά κύριοι και κυρίες υπεύθυνοι; Ξέρατε τι αισχρό ανθελληνικό παιχνίδι παίζει ο κύριος Γκιτάι πίσω από τις πλάτες σας; Ή μήπως πιστεύετε ακόμα ότι αυτό είναι τέχνη και όχι του αισχίστου είδους προπαγάνδα; Θέλουν να δουν πόσο αντέχουμε; Θέλουν να δοκιμάσουν πόσο πολύ μπορούν να προχωρήσουν, για να προετοιμάσουν τα επόμενα τους βήματα; Θα υποδεχθούμε λοιπόν τον κύριο Γκιτάι μετά βαΐων και κλάδων;
Πηγή: www.ixorcosmos.gr

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Η αρχαιολογική καταστροφή της Σπάρτης από τον Αββά Fourmont

ΕΝΑΣ ΑΓΡΟΙΚΟΣ ΚΛΗΡΙΚΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ 18Ο ΑΙΩΝΑ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ.



Τα ερείπια του Θεάτρου της Σπάρτης, όπου ο
Φουρμόν κατέστρεψε πλήθος επιγραφών.


Ο Γάλλος αββάς Fourmont, μέγας καταστροφέας κλασικών αρχαιοτήτων, γεννήθηκε το έτος 1690 και ήταν αδελφός του ανατολιστή Etienne Fourmont. Διδάχθηκε την Ελληνική, Εβραϊκή και Συριακή γλώσσα και το έτος 1720 χειροτονήθηκε κληρικός και εν συνεχεία έγινε καθηγητής της Συριακής στο Γαλλικό Κολλέγιο (College de France) και διερμηνεύς στη Βασιλική Βιβλιοθήκη. Βοήθησε τον αδελφό του στις σινολογικές μελέτες του και το 1724 κατάφερε ν’ ανακηρυχθεί μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών.


Όπως εξιστορεί ο Κυριάκος Σιμόπουλος, στις αρχές του 1729, ο Fourmont έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, ως απεσταλμένος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΕ, και εφοδιάσθηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου Αχμέτ του Γ, με το οποίο αποκτούσε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει όσους αρχαιολογικούς χώρους ήθελε εντός της επικρατείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αυτό το φιρμάνι στο χέρι, ο Γάλλος ιερωμένος κατέστη κυριολεκτικά ασύδοτος και επί δύο περίπου έτη διήλθε την κυρίως Ελλάδα, όχι μελετώντας αλλ’ αντιθέτως καταστρέφοντας συστηματικά σπάνιες αρχαιότητες.


Στις 8 Φεβρουαρίου έφυγε μέσω Μυτιλήνης και Χίου για την Αθήνα, όπου αφίχθη στις 12 Απριλίου και έμεινε περίπου πέντε μήνες, καταγράφοντας αμέτρητες επιγραφές με τη βοήθεια των Οθωμανών και εκκλησιαστικών αρχόντων, πληρώνοντας 3 παράδες για κάθε ενεπίγραφο μάρμαρο που του έφερναν. Έπειτα μετέβη στην Πελοπόννησο, η οποία ωστόσο εμαστίζετο την εποχή εκείνη από επιδημία πανώλης με χιλιάδες θύματα. Αφού «ερεύνησε» και ξεσήκωσε ό,τι μπορούσε από την Κορινθία (700 επιγραφές), την Αργολίδα (Ερμιόνη, όπου βρήκε 40 επιγραφές, Άργος, Λέρνη, Μυκήνες, Τίρυνθα, Μιδέα), την Αρκαδία (Μαντίνεια) και την Αχαΐα, κατέληξε στη Μεσσηνία. Προηγουμένως είχε περάσει από τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου που τάχα διέθετε σημαντική βιβλιοθήκη. Αυτό που βρήκε ήταν μόνο αθλιότητα και παντελής αμορφωσιά: «…Μου είχαν πεί ότι η βιβλιοθήκη του Μ. Σπηλαίου ήταν η μεγαλύτερη σ’όλη την Ελλάδα. Φαμφαρονισμοί. Υπήρχαν μόνον 130 τόμοι, μισοκατεστραμμένοι από την υγρασία σε σημείο που δεν διαβάζονταν. Η δυσωδία από το σάπισμα του χαρτιού σου έφερνε λιποθυμία» (επιστολή στον Καρδινάλιο de Fleury, 17 Φεβρουαρίου 1730)


Από κάποιο μοναστήρι της Ιθώμης γράφει επίσης τον ίδιο μήνα: «οι μοναχοί ζουν ανέτως, αλλά οι συγγραφείς δυστυχούν. Τους καίνε, τους ακρωτηριάζουν, τους ανασκολοπίζουν, τους μαχαιρώνουν. Είδα βιβλία σάπια μέσα σε υγρές τρύπες βράχων και το μόνο που επέτυχα ν’ αποσπάσω ήταν μερικά άμορφα ράκη. Άλλα βρίσκονται σε υπόγεια, μουχλιασμένα και με ολότελα σβησμένα τα γράμματά τους..»


Από την Καλαμάτα, όπου έφτασε τον Φεβρουάριο του 1730, έγραψε ένα γράμμα προς τους προκρίτους της γειτονικής Ζαρνάτας της Μάνης, ζητώντας τους την άδεια να επισκεφθεί τη χώρα τους επειδή ήταν αυτοδιοικούμενη και δεν ίσχυε εκεί το σουλτανικό φιρμάνι. Μία εβδομάδα αργότερα, έχοντας ήδη λάβει την άδεια, έφθασε με συνοδεία ένστολων εντοπίων στη Ζαρνάτα, αλλά δεν προχώρησε στα ενδότερα της Μάνης, γιατί κατά τα γραφόμενά του «οι κάτοικοι της μέσα Μάνης ευρίσκονται διαρκώς εις πόλεμον, πότε με τους Τούρκους πότε αναμεταξύ των, οι παπάδες, οι μοναχοί και οι Επίσκοποι ακόμη περιφέρονται ένοπλοι και οι γυναίκες της Μάνης φέρουν πιστόλες. Οι Μανιάτες είναι λαός άγριος, αλλά έχει αγάπη προς την ελευθερίαν και μόνος του πόθος είναι η απόκτησις ωραίων όπλων».


Φοβισμένος ο χριστιανός κληρικός από τα ήθη των Μανιατών, επέστρεψε μέσω Καλαμάτας και Μεγαλοπόλεως στο Μυστρά με απωθημένο πλέον το να καταστρέψει από την Αρχαία Σπάρτη ο,τιδήποτε δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να σταλεί στη Γαλλία. Αμέριμνοι οι δημογέροντες του τόπου τον υπεδέχθησαν φιλικά και του παρείχαν διευκολύνσεις, καθώς ξήλωνε από τα μεσαιωνικά τείχη μερικά εντοιχισμένα ενεπίγραφα σπαρτιατικά βάθρα και αργότερα είκοσι ακόμη επιγραφές. Το συνεργείο του Γάλλου αββά ήταν πολυπληθέστατο, περίπου 60 εργάτες. Επί 53 συνεχείς ημέρες, σάρωσε σχεδόν τα πάντα στο Μυστρά, τη Σπάρτη και τις Αμύκλες. Κατεδαφίζοντας και ανασκάπτοντας μανιωδώς, απεκάλυψε περίπου 300 επιγραφές τις οποίες αντέγραψε και μετά άφησε έκθετες ή κατέστρεψε, καθώς και διάφορα άλλα ανάγλυφα, αναθήματα και μικροτεχνήματα, τα οποία εφόρτωσε σε πλοία και έστειλε στην Γαλλία.


Στην ίδια τη Σπάρτη, το καταστροφικό έργο του μοχθηρού Γάλλου αρχαιοκάπηλου εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και βαρβαρότητα, όπως φαίνεται μέσα από επιστολή του τού Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Φρενέ: «Τα ισοπέδωσα όλα, τα εκθεμελίωσα όλα… από τη μεγάλη αυτή πολιτεία δεν απέμεινε πλέον λίθος επί λίθου. Εδώ και πάνω από ένα μήνα, συνεργεία μου από 30 και μερικές φορές 40 ή 60 εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν τη Σπάρτη. Ο γδούπος από το γκρέμισμα των τειχών, η πτώση των ογκολίθων έως τις όχθες του Ευρώτα, ακούγεται όχι μονάχα στη Λακωνία αλλά και σ’ ολόκληρο τον Μοριά και παραπέρα ακόμη. Τούρκοι, Εβραίοι και Γραικοί, έρχονται να δουν από πενήντα λεύγες μακριά, αλλά το μόνο που βλέπουν είναι διάσπαρτα χιλιάδες ενεπίγραφα μάρμαρα…


…Μιαν ημέρα, ο ανεψιός μου που επιστατούσε στις εργασίες, ανεκάλυψε μία δωδεκάδα μάρμαρα, εκπληκτικά, γεμάτα επιγραφές. Έστειλε αμέσως να με πληροφορήσει, φροντίζοντας στο δρόμο να το διαλαλήσει σε όλη την περιοχή, έτσι σε λίγο έφθασε στη Σπάρτη όλος ο Μυστράς. Αυτή τη στιγμή, μόνον 4 πύργοι των τειχών απομένουν όρθιοι… Για να είμαι ειλικρινής, εκπλήσσομαι κι εγώ με αυτή την εκστρατεία που ανέλαβα, από όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει κανείς δεν έχει σκεφθεί έως σήμερα να εκθεμελιώσει ολόκληρες πολιτείες…


…Προτίθεμαι να μην αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν γνωρίζω κύριε και αγαπητέ φίλε εάν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από το να έχει τη δυνατότητα να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ν’ ανακαλύψεις τα ονόματα των Εφόρων, των Γυμνασιαρχών, των Αγορανόμων, των φιλοσόφων, των ιατρών, των ποιητών, των ρητόρων, ονόματα διασήμων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τη Ρήτρα του Λυκούργου. Οι Αμύκλες επίσης, ήσαν πολύ εγγύς για να τις αφήσω. Έστειλα και εκεί εργάτες και ισοπέδωσαν τα λείψανα του περίφημου ναού του Απόλλωνος.


Φανταστείτε τη χαρά μου, η οποία θα ήταν βεβαίως μεγαλύτερη αν είχα λίγο περισσότερο χρόνο ν’ αφιερώσω, διότι υπάρχουν ακόμη η Μαντινεία, η Στύμφαλος, το Παλλάδιον, η Τεγέα και, κυρίως, η Νεμέα και η Ολυμπία. Θα άξιζε να τις φέρω και αυτές άνω κάτω, από τα θεμέλια έως την κορυφή. Έχω όλη τη δύναμη να το πράξω, κι επιπλέον απέκτησα μια οξυδέρκεια σε αυτού του είδους τη δράση. Δεν ομοιάζω με εκείνους που τρέχουν από πόλη σε πόλη απλώς για να ιδούν, εγώ επιδιώκω να παίρνω όλα τα χρήσιμα πράγματα».


Δύο εβδομάδες μετά την πιο πάνω επιστολή, στις 20 Απριλίου του 1730, ο μοχθηρός κληρικός, σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, αποδίδει τις ακρότητες και τους βανδαλισμούς του σε επιθυμία εκδικήσεως για την κακή τάχα συμπεριφορά των Μανιατών απέναντί του: «Επέρασα από έναν φοβερό τόπο, την περιβόητη Μάνη, που κατοικείται από έναν αιμοβόρο λαό. Είμαι πολύ ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτε το αξιόλογο, τίποτε για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω και για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόϊ, έρριξα τη θλίψη μου επάνω στην Αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτε από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την κατέσκαψα, την εκθεμελίωσα, δεν της άφησα λίθο επί λίθου.


Και γιατί, θα ερωτήσει η εξοχότης σας, επέπεσα με τόση μανία επάνω σε αυτή την αρχαία πόλη, ώστε να την κάνω αγνώριστη, υποχρεώνοντάς τη να πληρώσει τις αμαρτίες των απογόνων της; Έχω την τιμή να σας απαντήσω, ότι ήταν πολύ αρχαία και έκρυβε με φιλαυτία κάτω από τα χώμα της πολλούς θησαυρούς, πράγμα που δεν μπορούσα να συγχωρέσω. Έως σήμερα κανείς ταξιδιώτης δεν ετόλμησε να τους αγγίξει, ακόμη και οι Βενετοί, παρά το ότι υπήρξαν κάποτε κυρίαρχοι αυτής της χώρας, τους εσεβάσθησαν. Εγώ έκρινα πως δεν έπρεπε να θρέφω ανάλογο σεβασμό και την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα, πράγμα που προεκάλεσε τον θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Γραικοί εθύμωσαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ικανοποιημένος, διότι απέκτησα από αυτό το ταξίδι μου πράγματα ικανά να θαμπώσουν όλους τους σοφούς.


Ποιος θα επίστευε ποτέ ότι θα ήταν δυνατόν ν’ ανακαλυφθεί ο τάφος του Αγησιλάου και του Λυσάνδρου, αυτών των ενδόξων βασιλέων της Σπάρτης; Ποιός θα επίστευε πως θ’ ανεκάλυπτα, ύστερα από τόσους πολέμους, σεισμούς και άλλες θεομηνίες που αφάνισαν αυτή την πόλη, θαυμαστά μάρμαρα που μας κάνουν γνωστούς όλους τους Εφόρους, τους ρήτορες και άλλες προσωπικότητες, παντελώς άγνωστες, έως τουλάχιστον την τελευταία καταστροφή που έγινε από εμένα;


«Βιβλία δεν υπάρχουν», συνεχίζει στην επιστολή του. «Πολλοί δεν ξέρουν σ’ αυτή την χώρα ούτε να γράφουν, ούτε να διαβάζουν. Χρησιμοποιούν τα χειρόγραφα για φυσέκια. Κι αφού δεν υπάρχουν βιβλία, φρόντισα για κάτι άλλο, ώστε το ταξίδι μου να ωφελήσει τα Γράμματα. Αφοσιώθηκα με τόσο ενθουσιασμό σε αυτό και έδωσα τέτοια πλήγματα που ο αντίλαλός τους θα ακουστεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν γκρεμίζει κανείς δύο και τρεις πολιτείες χωρίς θόρυβο. Εγώ τις κατέσκαψα, ενώ οι παλαιότεροι περιηγητές έρχονταν μόνο για να τις ανακαλύψουν».


Σε άλλη επιστολή του, αυτή τη φορά προς τον Ιταλό ιεραπόστολο Ντομένικο Ντε Λα Ρόκα που υπηρετούσε στη Γαλλική Πρεσβεία της Πόλης, γράφει: «δεν άφησα λίθο επί λίθου. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι βρίσκομαι σ’ ένα παραλήρημα χαράς που κατόρθωσα να καταστρέψω ολότελα τις ξακουστές αυτές πολιτείες, έτσι όπως γίνεται σε πόλεμο. Το έκανα για την Γαλλία, για την Αυτού εξοχότητα. Αυτό αποτελεί για μένα μια νέα δόξα».


Αποκαλυπτική για το βαθύ χριστιανικό μίσος που έθρεφε ο Γάλλος ιερωμένος κατά της «κατειδώλου» Σπάρτης και για τα μέσα που χρησιμοποίησε στο καταστροφικό του έργο, είναι και η επιστολή του προς τον Καρδινάλιο Φλερύ, στην οποία του αναγγέλλει ότι πήγε μεν στη Λακωνία σε αναζήτηση παλαιών χειρογράφων, πλην όμως «ο λαός, αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος, δεν κράτησαν από τους προγόνους τους τίποτε άλλο από την αγάπη της ελευθερίας και τη μανία του πολέμου. Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα. Τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φυσέκια τους…


…Εκτόνωσα λοιπόν το θυμό μου στην κυριότερη πόλη της περιοχής, την αρχαία Σπάρτη. Το βλέμμα μου έπεσε επάνω στα κτίσματα που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήσαν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετώπες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους (γιατί δεν είμαι εδώ ο μοναδικός ερευνητής), θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου, θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές μου. Πρόκειται, όπως θα κατάλαβε η εξοχότης σας, για καλή υπηρεσία των Γραμμάτων.


Γι’ αυτό, εμίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα εκ θεμελίων τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου. Μπορεί, σεβασμιώτατε, να καταντήσει σε λίγο ένας άγνωστος τόπος, εγώ όμως έχω τον τρόπο να την αναστήσω στο πνεύμα των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γενεών, γιατί έχω καταρτίσει ολόκληρο κατάλογο των ιερέων και ιερειών της, των εφόρων, των αγορανόμων και των γυμνασίαρχων. Η καλή μου τύχη θέλησε να ανακαλύψω επιγραφές για πολλούς φιλοσόφους, ρήτορες, στρατηγούς, ποιητές, καλλιτέχνες, ακόμα και διάσημες γυναίκες, άγνωστες έως τώρα. Οι επιγραφές αυτές μας πληροφορούν ποιοί αυτοκράτορες ευεργέτησαν την πόλη, ποιοί ευλαβείς ιδιώτες έκτισαν ναούς, ποιοί από αλαζονεία χρηματοδοτούσαν δημόσια θεάματα… Η ευσέβειά μου, σεβασμιώτατε, έφτασε στο σημείο να μην αφήσω σε ησυχία ούτε την τέφρα των βασιλιάδων τους. Εσκόρπισα στον άνεμο την τέφρα του Αγησιλάου, εισήλθα στον τάφο του Λυσάνδρου και ανεκάλυψα τον τάφο του Ορέστου».


Είναι πολύ πιθανόν εκείνη η ανεξήγητη μανία του Γάλλου ιερωμένου να αφανίσει τη Σπάρτη να είχε ως αίτίο της την ενημέρωσή του ότι στην περιοχή είχαν φθάσει και άλλοι ξένοι τυχοδιώκτες και αρχαιοκάπηλοι που ίσως επωφελούντο από τα ευρήματά του. Σε μία επιστολή του προς τον φίλο του Μπινό, αναφέρει την παρουσία στη Λακωνία ενός Άγγλου αρχαιοκάπηλου επ’ ονόματι Morrison, τον οποίο και περιγράφει ως «μέθυσο, βάρβαρο και αγροίκο» που έγινε έξαλλος όταν έμαθε ότι ο ιερωμένος τον είχε προλάβει. Ο Fourmont πάντως είχε την πλήρη προστασία των Τούρκων, αλλά και διαφόρων ισχυρών Ρωμιών «παραγόντων», όπως ο ιατρός του Μυστρά Ηλίας Δόξας, άνθρωπος της Εκκλησίας και φανατικός τουρκολάτρης και ο Μητροπολίτης Παρθένιος, ο οποίος, εξ ονόματος όλων των προκρίτων, απηύθυνε στον καταστροφέα της Αρχαίας Σπάρτης επαινετική επιστολή που, μεταξύ άλλων κολακειών, τον προσφωνεί «θειότατο» και «τρισμέγιστο» άνδρα.


Το τρομερό όργιο του αφανισμού των αρχαιοτήτων της Σπάρτης από τον Fourmont, έγινε ωστόσο γνωστό στο Παρίσι και οι προϊστάμενοί του έσπευσαν οργισμένοι να τον ανακαλέσουν τον Απρίλιο του 1730. Επιστρέψας ο βάνδαλος στη Γαλλία, εδέχθη δριμύτατες επιθέσεις από τους πνευματικούς κύκλους για το όργιο των καταστροφών, οι δε κριτικοί τον ετιμώρησαν με κάτι πολύ χειρότερο. Μη υπαρχόντων πλέον των πρωτοτύπων, η γνησιότητα του επιγραφικού καταγραφικού έργου του, που περιελάμβανε περίπου 2.600 επιγραφές, αμφισβητήθηκε εκ θεμελίων. Πολλοί εξέφρασαν την άποψη ότι ο Fourmont με την καταστροφή των επιγραφών είχε σκοπό να ανακατέψει πλαστές και γνήσιες χωρίς να αφήσει ίχνη. Η συλλογή του έπεσε σε πλήρη απαξία και τα χειρόγραφά του, τα ημερολόγια και οι επιγραφές κατετέθησαν αδόξως στα αρχεία της Βασιλικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων.


Ο απόηχος των αγρίων καταστροφών του Fourmont στη Λακωνία υπήρξε τόσο αρνητικός που, όταν το 1801 ο Άγγλος περιηγητής Ντοντγουέλ προσεπάθησε να ερευνήσει για τη δράση του Γάλλου καταστροφέως με συγκέντρωση υλικού και αφηγήσεων, συνάντησε μία τρομερή δυσπιστία στον απλό λαό: «Ενώ αντέγραφα μερικές επιγραφές, βλέπω τον Μανουσάκη, έναν εντόπιο εργάτη, ν’ αναποδογυρίζει τα μάρμαρα και να τα κρύβει κάτω από τους θάμνους. Όταν τον ερώτησα τι σημαίνουν αυτά, μου εξήγησε ότι ήθελε να προφυλάξει τις επιγραφές, γιατί πριν πολλά χρόνια ένας Γάλλος μυλόρδος που ήλθε στη Σπάρτη, αφού ξεσήκωσε πολλές επιγραφές εξαφάνιζε με καλέμι τα γράμματά τους. Και πραγματικά μου έδειξε μεγάλες μαρμάρινες πλάκες από τις οποίες είχαν πελεκηθεί με βάρβαρο τρόπο οι επιγραφές».


Βλάσης Γ. Ρασσιάς


(Στοιχεία από το βιβλίο "Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών", Αθήνα 2003)

Πηγή: εδώ

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008